κιξάλλης

κιξάλλης και κιττάλης, ὁ (Α)
1. αυτός που κάνει ληστείες στον δρόμο, ο ληστής
2. (κατά τον Ησύχ.) «κιξάλης
φώρ, κλέπτης, ἀλαζών».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. μικρασιατικής προελεύσεως
εμφανίζει -ττ- (κιττάλης) στη θέση τού ξ και επίθημα σε -λ- (πρβλ. δαμάλης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κιξάλλης — highway robber masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιξάλλαι — κιξάλλης highway robber masc nom/voc pl κιξάλλᾱͅ , κιξάλλης highway robber masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιξάλλην — κιξάλλης highway robber masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιξαλλία — κιξαλλία, ἡ (Α) [κιξάλλης] 1. ληστεία που γίνεται σε δημόσιους δρόμους 2. (κατά τον Ησύχ.) κάθε είδος κακοτεχνίας …   Dictionary of Greek

  • κιξαλλεύω — (Α) [κιξάλλης] ληστεύω, είμαι ληστής …   Dictionary of Greek

  • κιττάλης — (Α) βλ. κιξάλλης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.